- υληματικός
- -ή, -όν, Α [ὕλημα, -ατος]αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα υλήματα («καὶ ἐνίων ὑληματικῶν ὧν αἱ μὲν ῥίζαι γλυκεῑαι τὰ δὲ ὑπὲρ γῆς οὐχ ὅμοια», Θεόφρ.).
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
ὑληματικῶν — ὑληματικός woody plants fem gen pl ὑληματικός woody plants masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)